Επιτροπή Προστασίας Νοητικά Καθυστερημένων Ατόμων
2010 Συνέδριο: «Δικαιοπρακτική ικανότητα υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων και κηδεμονία των ενηλίκων ατόμων με νοητική υστέρηση»

Ενότητα Α΄ Στοιχεία από την Ευρώπη για την άσκηση δικαιωμάτων

Εισήγηση με θέμα H σημασία του άρθρου 12 "Ισότητα ενώπιον του Νόμου της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία του Ο.Η.Ε."
Γιάννης Βαρδακαστάνης, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Ατόμων με Αναπηρίες

Ο εισηγητής στην αρχή κάνει αναφορά στη σημασία της Σύμβασης και τονίζει τη σπουδαιότητα που έχει για το Παγκόσμιο Αναπηρικό Κίνημα. Η Σύμβαση κατοχυρώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και τα καθιστά ισότιμους πολίτες, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η δεσμευτικότητα της Σύμβασης θα υποχρεώσει τα συμβαλλόμενα κράτη να κατοχυρώσουν νομικά στο εθνικό τους δίκαιο τα δικαιώματα που απορρέουν και θα υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη σε περίπτωση παραβιάσεων. 

Το άρθρο 12 της Σύμβασης που αναφέρεται στην ισότητα ενώπιον του νόμου είναι το σημαντικότερο διότι η εφαρμογή του θα επιφέρει μεγάλες και ριζικές αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος της ικανότητες για δικαιοπραξία των ατόμων με αναπηρία από το εθνικό δίκαιο. Το άρθρο αυτό υπαγορεύει την ίση αντιμετώπιση ενώπιον του νόμου όλων των ατόμων με αναπηρία, ανεξαρτήτως της κατηγορίας και της βαρύτητας της αναπηρίας τους και αναγνωρίζει το αναφαίρετο δικαίωμα τους, να ασκούν σε όλες τις πτυχές της ζωής τους την ικανότητα τους για δικαιοπραξία επί ίσοις όροις, όπως όλοι οι άλλοι πολίτες.

Σημαντική καινοτομία του άρθρου 12 είναι η εισαγωγή όταν χρειάζεται ενός συστήματος υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων προκειμένου τα άτομα με αναπηρία, να ασκήσουν ανεμπόδιστα το δικαίωμα της ικανότητας για δικαιοπραξία. Η έννοια της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων είναι καινούργια και πρωτοποριακή. Αυτή έρχεται να αντικαταστήσει την παραδοσιακή έννοια της επιμέλειας, κηδεμονίας, επιτροπείας σύμφωνα με την οποία η λήψη αποφάσεων ανατίθεται σε νόμιμο κηδεμόνα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη και θέληση του ιδίου του ενδιαφερομένου ατόμου.

Εισήγηση με θέμα "Ισότητα ενώπιον του νόμου και δικαιοπρακτική ικανότητα – συνέπειες και επιπτώσεις από το άρθρο 12 της Σύμβασης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών 2007
για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες"
Ulrich Hellmann, Νομικός, Εκπρόσωπος του Οργανισμού Inclusion Europe

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD) έχει θεωρηθεί ένα παγκόσμια συμφωνημένο δεσμευτικό νομικό εργαλείο για τις χώρες οι οποίες γίνονται «κράτη μέρη» της σύμβασης μετά από επικύρωση της. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών είναι η πρώτη που διαμορφώθηκε κατά τον 21ο αιώνα και αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συμφωνήθηκε το 2006 και υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 13 Δεκεμβρίου στην Νέα Υόρκη. Μέχρι σήμερα υπάρχουν 76 κράτη που την έχουν επικυρώσει, ενώ ακόμα 48 έχουν επικυρώσει το «Πρoαιρετικό Πρωτόκολλο» της Σύμβασης.  Το «Προαιρετικό Πρωτόκολλο» επιτρέπει στα κράτη να αναγνωρίσουν την αρμοδιότητα που έχει η Επιτροπή του ΟΗΕ να ασχολείται με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, να διερευνά ατομικές καταγγελίες και να τις επιδικάζει. Η Σύμβαση δεν δημιουργεί ούτε αναγνωρίζει νέα δικαιώματα για τα άτομα με αναπηρία, αλλά περιγράφει και διευκρινίζει τις υποχρεώσεις και τα νομικά καθήκοντα των κρατών ως προς το να σέβονται και να διασφαλίζουν τα ήδη υπάρχοντα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με τις περιστάσεις διαβίωσης των ατόμων με αναπηρία.

Πρωταρχικά, στην παρουσίαση αυτή, γίνεται μια περιγραφή του κύριου σκοπού της Σύμβασης και ακολούθως η παρουσίαση εστιάζεται στο Άρθρο 12, μια από τις πιο σημαντικές διατάξεις όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία. Εγγυάται σε όλα τα άτομα με αναπηρία ισότιμη αναγνώριση ενώπιον του νόμου και το δικαίωμα να απολαμβάνουν την δικαιοπρακτική τους ικανότητα σε ισότιμη βάση με όλα τα υπόλοιπα άτομα. Τα κράτη μέρη είναι υπόχρεα να παρέχουν την κατάλληλη στήριξη που μπορεί να χρειαστούν τα άτομα με αναπηρίες για να ασκήσουν την δικαιοπρακτική τους ικανότητα. Αυτή είναι μια παραδειγματική μετατροπή που αναγκάζει τα κράτη μέρη να επανεξετάσουν τα παραδοσιακά νομικά συστήματα που έχουν πλήρη ή μερική ανικανότητα διαδικασιών και μέτρων ολομέλειας της κηδεμονίας, τα οποία (μέτρα) συχνά αφαιρούν την δύναμη των ατόμων να παίρνουν αποφάσεις οι ίδιοι.  Οι λεπτομέρειες του Άρθρου 12 καθώς και κάποιες από τις πιο πρόσφατες προσπάθειες για μεταρρύθμιση σε συγκεκριμένες χώρες αναλύονται στην παρουσίαση. Σύμφωνα με τη Σύμβαση τα ίδια τα άτομα θα πρέπει να στηρίζονται στη λήψη αποφάσεων και όχι να υπόκεινται σε αποφάσεις που παίρνουν οι άλλοι για αυτούς. Τα άτομα με αναπηρία και οι οργανώσεις τους πρέπει να καταβάλουν όλες τις προσπάθειες που χρειάζονται για να ξεκινήσουν τα απαραίτητα διαβήματα και να ξεκινήσει η διαδικασία αλλαγής στις χώρες τους.

Ενότητα Β΄ Κυπριακή πραγματικότητα

Εισήγηση με θέμα "Η κατάσταση στην Κύπρο σήμερα αναφορικά με την προστασία και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική υστέρηση"
Στέλλα Μουστάκα Πλέιπελ, Προϊσταμένη Υπηρεσιών Επιτροπής Προστασίας
Νοητικά Καθυστερημένων Ατόμων

Νομικό πλαίσιο στην Κύπρο για ισότητα
Ως γενική αρχή, όλοι οι πολίτες έχουν ίσα θεμελιώδη δικαιώματα. Κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αξιοσημείωτα το άρθρο 28, εξασφαλίζει την ισότητα με περιεκτικό τρόπο αποκλείοντας κάθε εξαίρεση και το άρθρο 9 που κατοχυρώνει  το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με νομική ερμηνεία με το Σύνταγμα όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται η διαφορετική μεταχείριση ατόμων εφόσον οι ιδιαιτερότητες τους το δικαιολογούν και οι ιδιαίτερες ανάγκες τους το επιβάλλουν. Παραδεκτή είναι κάθε νομοθετική ρύθμιση που αποβλέπει στην εξύψωση των υστερούντων ατόμων, προς άμβλυνση της ανισοσκέλειας  σε κάθε έκφραση της ζωής τους.

Με βάση τις πιο πάνω αρχές, οριζόντιες  πολιτικές του κράτους όπως ο Περί Δημόσιων Βοηθημάτων Νόμος του 2006 παρέχουν ωφελήματα για κάλυψη βασικών αναγκών σε κατηγορίες πολιτών, περιλαμβανόμενου των ατόμων με νοητική υστέρηση.  Πέραν από τις οριζόντιες πολιτικές, διαχρονικά έχουν τεθεί σε εφαρμογή και ειδικές νομοθεσίες.  Αξιοσημείωτες ειδικές νομοθεσίες είναι ο Περί Νοητικά Καθυστερημένων Ατόμων Νόμος 117/89, ο Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων και άλλων υποθέσεων Νόμος 32/Ι/96, ο αναθεωρημένος Νόμος Περί Αγωγής της Εκπαίδευσης 113/Ι/99, ο Περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμος 127/Ι/2000 και ο Περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα  146/Ι2009.
Δικαιοπρακτική ικανότητα (Legal capacity) / Υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων
Σύμφωνα με νομική συμβουλή, φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ξεχωριστές νομοθετικές διατάξεις για την δικαιοπρακτική ικανότητα στη Κύπρο (capacity to act). Η μόνη σχετική νομοθεσία είναι ο Περί Συμβάσεων Νόμος Κεφάλαιο 149 του1931 ο οποίος είναι ιδιαίτερα αναχρονιστικός και επικεντρώνεται σε συναλλαγές ή αλλιώς  «νόμιμες αντιπαροχές »

Υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων (supported decision making).  Είναι η διαδικασία όπου τα άτομα  ενισχύονται  με την απόκτηση των κατάλληλων δεξιοτήτων και με την υποστήριξη των καταλλήλων προσώπων ώστε να παίρνουν αποφάσεις, στα μέτρα των δυνατοτήτων τους, πάνω σε οποιαδήποτε θέματα που τους αφορούν . Τέτοιες αποφάσεις μπορεί να είναι ο χώρος που θέλουν να ζουν, να εργάζονται, οι προτιμήσεις τους για αναψυχή, για συντροφιά.

Δεν υπάρχουν νομοθετικές ρυθμίσεις ούτε και εμφανές /ουσιαστικές πολιτικές για κατοχύρωση τέτοιων θεσμών.  Γίνεται ενθάρρυνση  τους σε επίπεδο αυτόνομης διαβίωσης σε σπίτια στη κοινότητα και ανάμεσα σε άτομα που εργοδοτούνται  στην ανοικτή αγορά εργασίας. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αξιολόγηση αυτής της πρακτικής ούτε και αξιολόγηση της αυτοεκτίμησης των ατόμων.
   
Μεγάλη πρόκληση παραμένει η έκφραση βούλησης από άτομα με σοβαρή νοητική υστέρηση.  Στις περιπτώσεις αυτές, μέχρι στιγμής, εξυπακούεται η ανάγκη συνεχούς  κηδεμονίας.

Κηδεμονία
Σ’ ότι αφορά τους ανήλικους με νοητική υστέρηση  ισχύουν οι γενικότερες νομοθεσίες που η ευθύνη  διαβιβάζεται στον γονέα (Ο Περί Γονέων και Τέκνων Νόμος 1990).  Σχετική είναι η προστασία που παρέχεται μέσα από τον Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού  Νόμος 5(III)2000).

Σ΄ ότι αφορά τους ενήλικες με νοητική υστέρηση φαίνεται  ότι επικρατεί σύγχυση σε ερμηνείες και έλλειψη ξεκάθαρης πολιτικής. Μέσα από την πρακτική που ακολουθείται   υπερισχύει το πνεύμα της παιδοποίησης και του υπερπροστατευτισμού  ενώ εντοπίζονται και περιστατικά  αμέλειας /εγκατάλειψης ακόμα και εκμετάλλευσης τους ιδιαίτερα όταν διαμένουν ως «ένοικοι» σε κλειστούς χώρους.  Στη περίπτωση που ενήλικα άτομα διαμένουν μαζί με την οικογένεια τους, συνεχίζουν να τελούν κάτω από την κηδεμονία τους ως να είναι ανήλικα και η οικογένεια έχει την ευθύνη της επιμέλειας τους.  Το δημόσιο βοήθημα που δίδεται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για βασικές ανάγκες, ανεξάρτητα οικονομικής κατάστασης εκδίδεται στο όνομά τους αλλά η διαχείριση του γίνεται από την οικογένεια, μετά από άτυπη εξουσιοδότηση που τους παρέχουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Οι οικογένειες αποφεύγουν να εγγράφουν περιουσιακά στοιχεία στα άτομα αυτά καθότι διακόπτεται /μειώνεται το βοήθημα ή ακόμα ζητείται επιστροφή του όταν προκύψει εκποίηση της περιουσίας τους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι 45% των περιπτώσεων πρόκειται για γονείς συνταξιούχους ή που απεβίωσαν. Η ενθάρρυνση της λήψης αποφάσεων από τα ίδια τα άτομα μέσα  στην οικογένεια, όπου είναι δυνατό, δεν έχει αξιολογηθεί, ενδεχομένως οι αποφάσεις να γίνονται από τρίτους στα πλαίσια υποεκτίμησης των ικανοτήτων των ατόμων και της νοοτροπίας του λαού.

Συμβατότητα του Περί Νοητικά  Καθυστερημένων Ατόμων Νόμου  117/89
με το άρθρο 12 της Σύμβασης των  Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των αναπήρων του 2007

Ο πιο πάνω Νόμος ήταν ορόσημο για την εποχή  που ψηφίστηκε.  Αρκετές όμως από τις διατάξεις του είναι σήμερα αναχρονιστικές (συστήνει  ιδρυματική διαμονή, εκπαίδευση σε ειδικά σχολεία).  Με τη στήριξη της Νομικής Υπηρεσίας εδώ και μερικά χρόνια έχει ετοιμαστεί μια εκτεταμένη τροποποίηση του που λαμβάνει υπόψη τις σύγχρονες τάσεις και αντιλήψεις και καθιερώνει αποτελεσματικό μηχανισμό για την εποπτεία των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική υστέρηση.  Η προώθηση της ψήφισης της τροποποίησης εξακολουθεί να εκκρεμεί από το 2006.

Στην τροποποίηση δεν υπάρχει ρητή αναφορά ότι τα άτομα με νοητική υστέρηση έχουν τα ίδια δικαιώματα και είναι ίσοι ενώπιον  του Νόμου.  Όπως έχω αναφέρει  επικρατεί το πνεύμα της προστασίας των δικαιωμάτων τους από τρίτους και η συνεχής κηδεμονία.  Σύμφωνα με τη Σύμβαση, άρθρο 12 θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω διορθωτικά μέτρα. Πρόσφατα η Επιτροπή έχει καταλήξει στην περίληψη των πιο κάτω τροποποιήσεων μέσα σε 3 ενότητες: (i) άσκηση δικαιοπρακτικής ικανότητας, (ii) προστασία από αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο, (iii) εγγυήσεις για το διαχειριστή περιουσίας.

Γενικότερα Διορθωτικά μέτρα

  • Επιβάλλεται η προώθηση της τροποποίησης του Περί Νοητικά Καθυστερημένων Ατόμων Νόμου  και ειδικά η ρύθμιση του άρθρου για την κηδεμονία και τη διαχείριση περιουσιών Θα πρέπει να διασαφηνιστούν  οι ρόλοι όσων φορέων εμπλέκονται.  Ποιός αξιολογεί τη δικαιοπρακτική  ικανότητα; Ποιός παρακολουθεί τις δαπάνες τους;  Ποιές οι ευθύνες των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή /και  του νέου Τμήματος για την Κοινωνική Ενσωμάτωση Ατόμων με Αναπηρίες; Αυτή η τροποποίηση θα βοηθήσει και τη δικαστική εξουσία για τον κατάλληλο χειρισμό.
  • Επιβάλλεται η αναθεώρηση ή και κατάργηση νόμων που στερούν τα δικαιώματα των ατόμων όπως ο Περί Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23/I/96 και ο  Περί Συμβάσεων Νόμος του 1931. Επιβάλλεται σχετική αναθεώρηση στη διαχείριση /έλεγχο του δημόσιου βοηθήματος από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και ενδεχομένως δημιουργία ειδικού προγράμματος για θέματα κηδεμονίας.
  • Ειδικά για την ενθάρρυνση της αυτοσυνηγορίας επιβάλλονται οριζόντιες πολιτικές όπως κατάλληλες παιδαγωγικές προσεγγίσεις  σε εκπαιδευτικούς χώρους αλλά και εντός του πυρήνα της οικογένειας. Υπήρξαν δηλώσεις από  ακαδημαϊκούς ότι στο επίπεδο δημόσιας εκπαίδευσης θα τεθούν τέτοιες προσεγγίσεις στην προτεινόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.  
  • Τέλος συστήνεται η ρύθμιση υποθέσεων κηδεμονίας και με εξωδικαστικούς  μηχανισμούς.

Εισήγηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με θέμα "Δικαιοπρακτική ικανότητα υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων και κηδεμονία ενηλίκων ατόμων με νοητική υστέρηση" Αιμιλία Γερούδη, Υπεύθυνη Νομικών Θεμάτων, Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας

Η εισήγηση αναφέρεται στην κυπριακή νομοθεσία που αφορά τη δικαιοπρακτική ικανότητα των ατόμων με νοητική αναπηρία, να διαχειρίζονται την περιουσία ή να διευθύνουν τις υποθέσεις τους. 

Ο Νόμος που ρυθμίζει τη διαχείριση της περιουσίας είναι ο Περί Διαχείρισης περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23(Ι) 1996. Ένα άτομο κρίνεται ανίκανο να διαχειριστεί την περιουσία του  και τις άλλες του υποθέσεις, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο ορίζει το διαχειριστή ή και κηδεμόνα του.

Όπως ανεφέρθη ο παραπάνω νόμος εφαρμόζεται με πολλή φειδώ επειδή τα ανίκανα πρόσωπα στερούνται ενός βασικού ανθρώπινου δικαιώματος, που είναι η ελεύθερη διαχείριση της περιουσίας τους. Όμως ο διορισμός διαχειριστή περιουσίας ατόμων με νοητική αναπηρία, επιβάλλεται σε αρκετές περιπτώσεις για να προστατευτούν από επιτήδειους που προσπαθούν να οικειοποιηθούν την περιουσία τους.

Η κυπριακή νομοθεσία σ΄ αυτό τον τομέα χρειάζεται αναθεώρηση και η Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία προσφέρει αυτή τη δυνατότητα και ευκαιρία. Με τη Σύμβαση να υπαγορεύει την ίση μεταχείριση όλων των ατόμων με αναπηρία, ανεξάρτητα από το βαθμό της αναπηρίας τους, ανοίγει ο δρόμος για υλοποίηση της πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας με υποστήριξη για τα άτομα με νοητική αναπηρία, όπου είναι εφικτό. Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει την πιο έμπρακτη απόδειξη ότι αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Σημαίνει ακόμη ότι με την κατάλληλη εξάσκηση και υποστήριξη, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις και να ορίζουν οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο περιορισμός ή η στέρηση των δικαιωμάτων σε ένα άνθρωπο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Αντίθετα τον κάνουν πιο ευάλωτο και αδύναμο σε οποιονδήποτε και σε οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του.

Εισήγηση από Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Καθυστερημένων Ατόμων με θέμα "Δικαιοπρακτική ικανότητα υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων και κηδεμονία ενηλίκων ατόμων με νοητική υστέρηση" Μιχάλης Λουκά, Μέλος Παγκύπριου Συνδέσμου Γονέων Καθυστερημένων Ατόμων

1.    Άγνοια και αβεβαιότητα των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους
Υπάρχει μεγάλη άγνοια και αβεβαιότητα μεταξύ των γονιών για το τι θα απογίνουν τα παιδιά τους και η περιουσία τους μετά τον θάνατο τους. Οι ανησυχίες ποικίλουν αναλόγως του αν υπάρχουν και άλλα παιδιά στην οικογένεια ή όχι.
 
2.    Οι γονείς δεν γνωρίζουν τους κανόνες του παιγνιδιού στην κυπριακή πραγματικότητα και δεν ξέρουν πως να προγραμματίσουν τα της περιουσίας τους και πως να εξασφαλίσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το μέλλον των παιδιών τους με ή χωρίς νοητική υστέρηση. Π.χ.
α) Αν πρέπει και πότε να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στα παιδιά τους.
β) Αν πρέπει να κάνουν κάποιο καταπίστευμα (Trust deed) σε όφελος των παιδιών τους ή όχι.
γ) Αν πρέπει να ιδρύσουν οι ίδιοι ή μέσω των Συνδέσμων Γονέων που ανήκουν κάποιο οργανισμό διαχείρισης κλπ.

3.  Οι γονείς δεν δικαιούνται να αφήσουν διαθήκη για μεταβίβαση πέραν του 20% της           περιουσίας τους στα άλλα παιδιά.

4.    Έλλειψη εμπιστοσύνης προς το Γραφείο Ευημερίας
Οι γονείς δεν εμπιστεύονται το Κράτος και το Γραφείο Ευημερίας στα θέματα Διαχείρισης Περιουσίας και Κηδεμονίας διότι βλέπουν την ψυχρή ή και εχθρική πολλές φορές  αντιμετώπιση που έχουν τώρα οι ίδιοι, πόσο μάλλον όταν το Κράτος θα έχει να κάνει μόνο με τα παιδιά τους όταν οι ίδιοι φύγουν από την ζωή.

5.    Άρνηση λήψης του δημοσίου βοηθήματος
Κάποιοι γονείς αρνούνται να πάρουν το Δημόσιο βοήθημα από φόβο ότι αν το πάρουν υπάρχει ο κίνδυνος, μετά τον θάνατό τους, όλη η περιουσία τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περιέλθει στα χέρια του Κράτους.

6.    Σκέψεις για εγκατάλειψη της χώρας
Άλλοι γονείς σχεδιάζουν να φύγουν από την Κύπρο και να εγκατασταθούν σε άλλη χώρα (π.χ. στη Γερμανία) όπου θεωρούν ότι η Νομοθεσία είναι ευνοϊκότερη για τις οικογένειες παιδιών με νοητική υστέρηση,  για να μην χάσουν την περιουσία τους και για να έχουν τα παιδιά τους καλύτερες συνθήκες ζωής.

7.    Δικαιοπρακτική ικανότητα
Άτομο με νοητική υστέρηση δικαιούται να κατέχει περιουσία και να χειρίζεται λογαριασμούς είτε από μόνο του είτε με την βοήθεια του κηδεμόνα ή άλλου συγγενικού του προσώπου;

8.    Υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων
Το Κράτος οφείλει να δημιουργήσει εκείνες τις δομές και ομάδες στήριξης που να μπορούν πραγματικά να υποστηρίζουν τα άτομα με νοητική υστέρηση στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την ζωή τους όπως:
- Που θα μένουν
- Πως θα ζουν
- Πως θα διαχειρίζονται την περιουσία τους.

Εισήγηση με θέμα "Αστυνόμευση και δικαιοπρακτική ικανότητα προσώπων  με νοητική υστέρηση"
Κώστας Βέης, Αστυνόμος Β΄, Αστυνομία Κύπρου

Από την εισήγηση του εκπροσώπου της Αστυνομίας φαίνεται πως για τα άτομα με νοητική αναπηρία δεν υπάρχει ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο που  να διέπει τη δικαιοπρακτική τους ικανότητα. Επίσης ο χειρισμός αυτών των ατόμων από την Aστυνομία δεν γίνεται με ξεκάθαρες και προκαθορισμένες διαδικασίες.

Όπως τονίστηκε τα άτομα με νοητική υστέρηση είναι ευάλωτα στην εκμετάλλευση, κακομεταχείριση ή/και κακοποίηση. Πέραν από τη θυματοποίηση, αυτά τα άτομα διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να τύχουν εκμετάλλευσης ως προς τη διάπραξη αδικημάτων για λογαριασμό τρίτων. Υπάρχει η άποψη πως λόγω της νοητικής τους κατάστασης αυξάνονται οι πιθανότητες να παρασυρθούν ή ότι έχουν μειωμένες αντιστάσεις. Επίσης εγείρεται θέμα καταλογισμού ευθύνης αλλά και αξιοπιστίας της μαρτυρίας ενώπιον της δικαιοσύνης.

Εγείρεται ακόμα θέμα αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ατόμων με νοητική αναπηρία από τις αρμόδιες αρχές αλλά και από την κοινωνία γενικότερα. Για το ρόλο τους ως μαρτύρων προσεγγίζονται ως ευάλωτοι μάρτυρες και γίνονται προσπάθειες για στήριξη, ενίσχυση, ενδυνάμωση και διευκόλυνση αυτών των προσώπων μαρτύρων ή/και θυμάτων. Ως πρόσωπα που χρήζουν βοήθειας παρέχονται σ΄ αυτούς ειδικά διευκολυντικά μέτρα, όπως είναι η λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και η μαρτυρία τους στο Δικαστήριο από ειδική αίθουσα μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης.

Σε γενικά πλαίσια, οι όποιες ασάφειες ή γκρίζες περιοχές ως προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα ατόμων με νοητική αναπηρία, αυξάνουν τον κίνδυνο διαδικαστικών ή/και νομικών λαθών από την Αστυνομία σε σχέση με τις ενέργειες που αφορούν τέτοια πρόσωπα. Το θέμα της νομικής διευθέτησης και του ξεκαθαρίσματος της δικαιοπρακτικής ικανότητας, της κηδεμονίας και της διαδικασίας λήψης απόφασης των προσώπων αυτών (υποστηριζόμενης ή μη) θα διασφαλίσει περαιτέρω τα δικαιώματα τους και παράλληλα θα διευκολύνει τους όποιους εμπλεκόμενους επαγγελματίες, να ενεργούν πιο αποτελεσματικά στη βάση ξεκάθαρων πλαισίων δράσης.

Εισήγηση από Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με θέμα "Δικαιοπρακτική ικανότητα υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων και κηδεμονία ενηλίκων ατόμων με νοητική υστέρηση", Παντελής Γεωργιάδης, Κτηματολογικός Λειτουργός Α΄ Τάξης

Ο ρόλος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όσον αφορά την κηδεμονία και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας ενηλίκων ατόμων με νοητική αναπηρία, περιορίζεται σε απλή εφαρμογή της εκάστοτε νομοθεσίας η οποία διέπει το όλο θέμα.

Σήμερα είναι σε ισχύ ο Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23(Ι) 1996. Σύμφωνα με το Νόμο όταν το αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο κηρύξει ένα πρόσωπο ανίκανο και ορίσει διαχειριστή της περιουσίας του , η απόφαση διαβιβάζεται από τον πρωτοκολλητή στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, το οποίο μεριμνά άμεσα για τη δημιουργία σχετικής απαγόρευσης στα Αρχεία και Μητρώα του Τμήματος. Με την καταχώρηση της γενικής απαγόρευσης για οποιαδήποτε δοσοληψία σχετικά με την περιουσία του ανίκανου προσώπου, είναι απαραίτητη η προσκόμιση σχετικού διατάγματος του αρμόδιου δικαστηρίου.

Δυσκολίες και προβλήματα υπάρχουν στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει διάταγμα του δικαστηρίου. Τότε οι αρμόδιοι λειτουργοί του Τμήματος Κτηματολογίου και χωρομετρίας, πρέπει να λάβουν μια πολύ λεπτή και δύσκολη απόφαση σε πολύ περιορισμένο ή και ελάχιστο χρόνο, χωρίς μάλιστα να έχουν ιατρικές ή άλλες εξειδικευμένες γνώσεις.